ΟΥΡΙΚΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Η ουρική αρθρίτιδα είναι ένα από τα παλαιότερα νοσήματα που έχουν καταγραφεί στην ιστορία της ιατρικής. Αποτελεί μία διαταραχή του μεταβολισμού των πουρινών, κατά την οποία παρατηρούνται αφύσικα υψηλά επίπεδα ουρικού οξέος, το οποίο συσσωρεύεται στο αίμα. Συνέπεια της κατάστασης αυτής είναι ο σχηματισμός λίθων ουρικού νατρίου, οι οποίοι εναποτίθενται με τη μορφή τόφων στις μικρές αρθρώσεις και στους περιβάλλοντες ιστούς. Η κατάσταση αυτή συνοδεύεται συχνά από νεφροπάθεια και νεφρολιθίαση ουρικού οξέος. Κατά τη χρόνια ουρική αρθρίτιδα το σημείο που επηρεάζεται χαρακτηριστικά είναι ο έλικας του αυτιού αλλά και το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού ή ο αγκώνας. Η νόσος συνήθως εμφανίζεται μετά την ηλικία των 35 ετών, με μεγαλύτερη συχνότητα στους άνδρες. Σε μεγαλύτερες ηλικίες η νόσος εμφανίζεται εξίσου και στα δύο φύλα. Η ουρική αρθρίτιδα συχνά συνοδεύεται από την παχυσαρκία. Ο αυξημένος σπλαχνικός λιπώδης ιστός φαίνεται ότι επιδεινώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη, με συνέπεια οι ασθενείς αυτοί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο  αθηροσκληρωτικής νόσου. Αν και η απώλεια βάρους φαίνεται να προστατεύει από την εκδήλωση της νόσου η ανάπτυξη κέτωσης κατά τη διάρκεια της νηστείας ή η εφαρμογή δίαιτας χαμηλής σε υδατάνθρακες, είναι δυνατόν να επιταχύνει την προσβολή. Εκδηλώσεις της νόσου έχουν συσχετιστεί με την περιβαλλοντική έκθεση στο μόλυβδο, στην υπερβολική πρόσληψη τροφής, ροφημάτων ή άσκησης. Η υπέρταση και η χρήση διουρητικών φαίνεται να αποτελούν παράγοντες κινδύνου για την ουρική αρθρίτιδα. Επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της ουρικής αρθρίτιδας και της δυσλιπιδαιμίας, του σακχαρώδους διαβήτη και του συνδρόμου αντίστασης στην ινσουλίνη. Διατροφική θεραπεία Το ουρικό οξύ το οποίο προέρχεται από το μεταβολισμό των πουρινών, αποτελεί μέρος των νουκλεοπρωτεινών. Παρά το γεγονός ότι η ουρική αρθρίτιδα αντιμετωπιζόταν παραδοσιακά με την εφαρμογή δίαιτας χαμηλής περιεκτικότητας σε πουρίνες, τα φάρμακα έχουν αντικαταστήσει σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη για αυστηρό περιορισμό δίαιτας. Έχει υπολογιστεί ότι τα δύο τρίτα περίπου του ημερήσιου φορτίου πουρινών στον οργανισμό προέρχεται από τον ενδογενή μεταβολισμό των κύτταρων, ενώ μόλις το ένα τρίτο παρέχεται μέσω της διατροφής. Τα χαμηλά σε λιπαρά γαλακτοκομικά προϊόντα, το ασκορβικό οξύ και η κατανάλωση κρασιού φαίνεται ότι λειτουργούν προστατευτικά, πιθανόν λόγω του αλκαλικού υπολείμματος που αποδίδουν τα τρόφιμα αυτά στον οργανισμό. Οι ασθενείς δεν θα πρέπει να καταναλώνουν συχνά κρέας, θαλασσινά και αλκοολούχα ροφήματα. Επίσης θα πρέπει να ελέγχουν το μέγεθος των μερίδων τους και να ελαττώνουν την κατανάλωση απλών υδατανθράκων, προκειμένου να επιτυγχάνουν απώλεια βάρους και βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη. Τα αποτελέσματα της Τρίτης Εθνικής Μελέτης για την υγεία και τη διατροφή έδειξαν ότι η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων κρέατος και θαλασσινών και όχι η συνολική ποσότητα των προσλαμβανόμενων πρωτεϊνών, σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος στον ορό των ενηλίκων. Η μέτρια πρόσληψη λαχανικών πλούσιων σε πουρίνες δεν σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ουρικής αρθρίτιδας. Αν και ο περιορισμός της διαιτητικής πρόσληψης πουρινών δεν φαίνεται να μειώνει σημαντικά τη δεξαμενή ουρικού οξέος στον οργανισμό, τα άτομα με ουρική αρθρίτιδα είναι καλό να περιορίζουν ή να αποφεύγουν τα τρόφιμα υψηλής περιεκτικότητας σε πουρίνες, προκειμένου να αποφύγουν την ανάπτυξη μεταβολικού στρες. Στην περίπτωση που ο περιορισμός των πουρινών κρίνεται αναγκαίος, όπως στην περίπτωση της σοβαρής ουρικής αρθρίτιδας, η πρόσληψη πουρινών θα πρέπει να ανέρχεται στα 100 έως 150 mg/ημέρα. Θα πρέπει να καταναλώνονται 3L/ημέρα υγρών, καθώς βοηθά στην απέκκριση του ουρικού οξέος και στην ελαχιστοποίηση της πιθανότητας σχηματισμού νεφρικών λίθων. Μία χαμηλή σε θερμίδες δίαιτα (1600kcal), η οποία αποτελείται από 40% υδατάνθρακες (κυρίως σύνθετους), 30% πρωτεΐνες και 30% λιπίδια (κυρίως μονοακόρεστα και πολυακόρεστα), μπορεί να ελαττώσει τη συχνότητα των επεισοδίων, τα επίπεδα ουρικού οξέος στον ορό, τα επίπεδα της ολικής χαμηλής πυκνότητας χοληστερόλης σε ενήλικες άνδρες με ουρική αρθρίτιδα. Για πολλά χρόνια επικρατούσε η υποψία ότι η κατανάλωση οινοπνεύματος προκαλεί την ανάπτυξη ουρικής αρθρίτιδας. Ωστόσο, πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι παίζει ρόλο ο τύπος των αλκοολούχων ροφημάτων. Η κατανάλωση μπύρας φαίνεται ότι αυξάνει τα επίπεδα του ουρικού οξέος και κατά συνέπεια τον κίνδυνο ανάπτυξης ουρικής αρθρίτιδας, ενώ η μέτρια κατανάλωση κρασιού δεν φαίνεται να ασκεί καμία επίδραση. Ομαδοποίηση τροφίμων ανάλογα με την περιεκτικότητά τους σε πουρίνες:
Υψηλή περιεκτικότητα σε πουρίνες (100-1000mg αζώτου πουρίνης ανά 100g τροφίμου) Μέτρια περιεκτικότητα σε πουρίνες (100-1000mg αζώτου πουρίνης ανά 100g τροφίμου) Ίχνη πουρινών
Γαύρος Ψάρια Ψωμί άσπρο και κράκερ
Ζωμοί Πουλερικά Βούτυρο ή μαργαρίνη
Μυαλό Κρέατα Κέικ και μπισκότα
Κονσομέ Οστρακοειδή Ανθρακούχα αναψυκτικά
Χήνα Σπαράγγια Ροφήματα δημητριακών
Σάλτσες Φασόλια ξερά Δημητριακά και προϊόντα  δημητριακών
Καρδιά Φακές Τυρί, άσπρη σάλτσα
Ρέγγα Μανιτάρια Σοκολάτα
Νεφρά Αρακάς Καφές
Σκουμπρί Σπανάκι Γλυκίσματα
Εκχύλισμα κρέατος Ψωμί καλαμποκίσιο
Κιμάς Κρέμα (με μέτρο)
Μύδια Αυγά
Πέρδικα Λίπη (με μέτρο)
Αυγοτάραχο Λαχανικά (εκτός από αυτά της ομάδας 2)
Σαρδέλες Φρούτα, βότανα, παγωτό
Χτένια Γλυκά με ζελατίνη
Γλυκάδια Γάλα, μακαρόνια, φιδές
Μαγιά ως συμπλήρωμα Ξηροί καρποί, λάδι, ελιές
Πίκλες, ποπ κορν, πουτίγκες
Καρυκεύματα, ρύζι, αλάτι
Ζάχαρη, τσάι, ξύδι
0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *