Η πέψη στο λεπτό έντερο

Η ΠΕΨΗ ΣΤΟ ΛΕΠΤΟ ΕΝΤΕΡΟ

Το λεπτό έντερο είναι το κύριο όργανο στο οποίο γίνεται η πέψη των θρεπτικών συστατικών της τροφής. Αποτελείται από το δωδεκαδάκτυλο, τη νήστιδα και τον ειλεό. Το δωδεκαδάκτυλο έχει μήκος περίπου 0,5 m, η νήστιδα 2-3 m και ο ειλεός 3-4 m. Το μεγαλύτερο µέρος της πεπτικής διαδικασίας ολοκληρώνεται στο δωδεκαδάκτυλο και το ανώτερο τμήµα της νήστιδας, η δε απορρόφηση των περισσότερων θρεπτικών συστατικών στο μέσο περίπου της νήστιδας.

imagesΟ όξινος χυµός από το στομάχι εισέρχεται στο δωδεκαδάκτυλο όπου αναμιγνύεται µε τα υγρά αυτού και τις εκκρίσεις από τη χοληδόχο κύστη και το πάγκρεας. Αποτέλεσµα της ανάµιξης με τις παραπάνω εκκρίσεις και της προσθήκης διττανθρακικών από το πάγκρεας  είναι η ουδετεροποίηση του χυµού. Σε αυτό το ουδέτερο περιβάλλον δρουν καλύτερα τα ένζυμα του παγκρέατος και του λεπτού εντέρου. Η είσοδος σχεδόν άπεπτων τροφίμων- κυρίως λιπιδίων και πρωτεϊνών προκαλεί την απελευθέρωση ορµονών οι οποίες µε τη σειρά τους διεγείρουν την απελευθέρωση ενζύµων, που επηρεάζουν την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα κα προκαλούν το αίσθηµα του κορεσµού. Η χολή, η οποία αποτελεί µίγμα νερού, χολικών αλάτων και μικρής ποσότητας χρωστικής και χοληστερόλης, απελευθερώνεται από το ήπαρ και τη χοληδόχο κύστη. Λόγω της επιφανειοδραστικής τους ιδιότητας, τα χολικά άλατα διευκολύνουν την πέψη και απορρόφηση των λιπιδίων. Το πάγκρεας παράγει ένζυµα τα οποία μπορούν να πέψουν όλα τα είδη των θρεπτικών ουσιών, και σε αυτό βοηθούν και τα ένζυµα του λεπτού εντέρου. Τα κύρια ένζυµα που πέπτουν τα λιπίδια είναι η παγκρεατική λιπάση και η συλλιπάση (Lowe, 2002). Τα πρωτεολυτικά ένζυµα περιλαµβάνουν τη θρυψίνη, τη χυμοθρυψίνη, την καρβοξυπεπτιδάση, την αµινοπεπτιδάση, τη ριβονουκλεάση και τη δεοξυριβονουκλεάση. Η θρυψίνη και η χυµοθρυψίνη παράγονται αρχικά σε ανενεργή µορφή, η οποία ενεργοποιείται από την εντεροκινάση (γνωστή και ως εντεροπεπτιδάση) η οποία παράγεται όταν ο χυµός έλθει σε επαφή µε το βλεννογόνο του εντέρου. Η παγκρεατική αμυλάση διασπά μεγάλα µόρια υδατανθράκων, παράγοντας µόρια με αριθµό σακχάρων από δύο έως έξι το πολύ. Το ένζυμα της ψηκτροειδούς παρυφής των λαχνών τα διασπούν περαιτέρω, παράγοντας τελικά μονοσακχαρίτες έτοιµους να απορροφηθούν. Αυτή η διαδικασία δεν µπορεί να γίνει για τις διαιτητικές ίνες και για ορισμένα είδη «ανθεκτικών» υδατανθράκων των τροφίμων, με αποτέλεσμα την αύξηση του υλικού που είναι διαθέσιμο για ζύμωση από τα µικρόβια του παχέος εντέρου (Englyst and Englyst, 2005).

Το περιεχόμενο του εντέρου μετακινείται με ρυθμό 1 cm/λεπτό και έτσι χρειάζονται 3-8 ώρες για να φτάσει στην ειλεοτυφλική βαλβίδα. Σε όλη αυτήν την πορεία πραγµατοποιείται πέψη και απορρόφηση ουσιών. Η ειλεοτυφλική βαλβίδα εμποδίζει την παλινδρόμηση περιεχομένου του παχέος εντέρου προς το λεπτό έντερο. Βλάβη της βαλβίδας προκαλεί αύξηση των μικροβίων στο λεπτό έντερο και είσοδο μεγαλύτερης ποσότητας θρεπτικών ουσιών στο παχύ έντερο από το φυσιολογικό.